Η ιστορία του Πόρτο Ράφτη από την αρχαιότητα έως σήμερα
Το Πόρτο Ράφτη (ή Λιμήν Μεσογαίας) δεν είναι απλώς ένα σύγχρονο παραθεριστικό θέρετρο, είναι ένας τόπος με ιστορία που χάνεται στα βάθη των χιλιετιών, συνδέοντας τον αρχαίο κόσμο με τη ναυτιλία και το εμπόριο της Αττικής. Κάθε επισκέπτης έχει τη δυνατότητα να περιηγηθεί σε αρχαιολογικά μνημεία, ιστορικά εκκλησάκια και φυσικά αξιοθέατα που μαρτυρούν τη μακρά ιστορία της περιοχής.
Περιεχόμενα
Προϊστορικοί Χρόνοι και Αρχαιότητα
Η περιοχή του Πόρτο Ράφτη και του Μαρκοπούλου παρουσιάζει εξαιρετικό αρχαιολογικό ενδιαφέρον, καθώς η κατοίκηση ξεκινά ήδη από την Αρχαιότερη Νεολιθική Περίοδο (περίπου το 6000 π.Χ.).
Η ζωή τότε ήταν άμεσα συνδεδεμένη με τη γη και τη θάλασσα, με τους πρώτους κατοίκους να επιλέγουν στρατηγικά σημεία κοντά σε πηγές νερού και φυσικά λιμάνια.
Στην Μερέντα (περιοχή Ιπποδρόμου) εντοπίστηκε ένας από τους αρχαιότερους οικισμούς (γύρω στο 6000 π.Χ.). Αποτελούνταν από μικρές καλύβες (ξύλινοι σκελετοί με κλαδιά) περιφραγμένες με πασσάλους. Στις ανασκαφές βρέθηκαν λίθινα εργαλεία και ίχνη από εργαστήρια κατεργασίας οψιανού. Στην χερσόνησο Πούντα, στη νότια πλευρά του κόλπου του Πόρτο Ράφτη, οι έρευνες έδειξαν ότι κατά την Τελική Νεολιθική (περίπου 3500-3000 π.Χ.), ήταν ένα σημαντικό κέντρο επεξεργασίας οψιανού (ηφαιστειακό γυαλί από τη Μήλο), γεγονός που αποδεικνύει την ύπαρξη ναυσιπλοΐας και εμπορίου ήδη από τότε. Άλλος ένας οικισμός της Αρχαιότερης και Μέσης Νεολιθικής περιόδου ήταν το Πούσι Καλογέρι, που επιβεβαιώνει την πυκνή κατοίκηση της εύφορης πεδιάδας των Μεσογείων. Η Νεολιθική εποχή σηματοδότησε τη μόνιμη εγκατάσταση του ανθρώπου σε οργανωμένους οικισμούς, αναδεικνύοντας τις πρώτες μορφές αρχιτεκτονικής και κοινωνικής δομής. Στην αρχή οι καλύβες ήταν ελαφριές κατασκευές, αλλά προς το τέλος της Νεολιθικής εποχής άρχισαν να εμφανίζονται κτίσματα με πέτρινα θεμέλια.
Οι κάτοικοι ήταν κυρίως γεωργοί και κτηνοτρόφοι, χωρίς όμως να παραμελούν τον πλούτο της θάλασσας, αυτό επιβεβαιώνεται από τα ευρήματα της αρχαιολογικής σκαπάνης, όπως απανθρακωμένοι σπόροι, οστά ζώων και όστρακα.
Η εύρεση μεγάλων ποσοτήτων οψιανού στην Πούντα και στη Μερέντα δείχνει ότι οι κάτοικοι ήταν δεινοί τεχνίτες, φτιάχνοντας αιχμηρά εργαλεία (λεπίδες, ξέστρα) για το κυνήγι και την καθημερινή εργασία. Ίχνη ανθρώπινης παρουσίας της ίδιας εποχής έχουν βρεθεί και στο σπήλαιο Χόνι Λιάγκι, το οποίο πιθανώς χρησιμοποιούνταν ως καταφύγιο ή χώρος αποθήκευσης. Αυτοί οι πρώτοι νεολιθικοί πυρήνες αποτέλεσαν τη βάση για τη μετέπειτα ανάπτυξη των σπουδαίων αρχαίων δήμων της περιοχής, όπως οι Πρασιές (στο Πόρτο Ράφτη) και ο Μυρρινούς (στη Μερέντα). Σήμερα, πολλά από αυτά τα ευρήματα φιλοξενούνται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Βραυρώνας, το οποίο αξίζει να επισκεφθείς για να δεις από κοντά την αυγή του πολιτισμού στην περιοχή.
Η Εποχή του Χαλκού & ο Μυκηναϊκός Πολιτισμός (3000 – 1100 π.Χ.)
Από τους μικρούς νεολιθικούς οικισμούς περνάμε στην «έκρηξη» του πολιτισμού. Εδώ το Πόρτο Ράφτη απογειώνεται. Λόγω του φυσικού του λιμανιού, γίνεται η κύρια πύλη της Αθήνας προς τις Κυκλάδες και την Ανατολή.
Στον λόφο της Περάτης (βόρεια πλευρά του κόλπου) αναπτύχθηκε ένας από τους σπουδαιότερους υστερομυκηναϊκούς οικισμούς. Το νεκροταφείο που ανασκάφηκε εκεί είναι παγκοσμίως γνωστό, καθώς βρέθηκαν κτερίσματα από την Αίγυπτο, τη Συρία και την Κύπρο, αποδεικνύοντας ότι το Πόρτο Ράφτη ήταν ένα διεθνές εμπορικό λιμάνι. Μετά την πτώση των μεγάλων μυκηναϊκών κέντρων (όπως οι Μυκήνες), η Περάτη παρέμεινε ζωντανή και πλούσια, καθώς το λιμάνι της επέτρεπε στους κατοίκους να συνεχίζουν το εμπόριο και να επιβιώνουν παρά την κρίση στην ενδοχώρα.
Πολύ κοντά στην Βραυρώνα, αναπτύσσεται το ιερό της Αρτέμιδος, ένας τόπος λατρείας που θα σφραγίσει την πνευματική ζωή της περιοχής για αιώνες. Ήδη από τη Μυκηναϊκή εποχή, η Βραυρώνα είναι ένας ισχυρός οικισμός. Στον λόφο πάνω από το μεταγενέστερο ιερό της Αρτέμιδος υπήρχε οχυρωμένη ακρόπολη.
Σύμφωνα με τη μυθολογία, η Ιφιγένεια ήρθε εδώ από την Ταυρίδα φέρνοντας το ξόανο της θεάς Αρτέμιδος, γεγονός που συνδέει το Πόρτο Ράφτη με τον κύκλο του Τρωικού Πολέμου.
Οι κάτοικοι ήταν δεινοί ναυτικοί. Το λιμάνι προσέφερε ασφάλεια από τους ανέμους, καθιστώντας το ιδανικό σταθμό για τα μυκηναϊκά πλοία που ταξίδευαν προς την Κρήτη και την Ανατολή. Τα αγγεία της Περάτης (ειδικά οι ψευδόστομοι αμφορείς) είναι διάσημα για τη διακόσμησή τους με θέματα από τη θάλασσα, όπως χταπόδια και ψάρια, αλλά και πουλιά. Ο πλούτος των κτερισμάτων (χρυσά κοσμήματα, όπλα, εργαλεία) δείχνει μια κοινωνία με σαφή ιεραρχία και μια πλούσια άρχουσα τάξη εμπόρων.
Κλασική και Ελληνιστική Περίοδος: Ο Δήμος Πρασιών
Μετά την κάθοδο των Δωριέων και την αναδιοργάνωση του αττικού κράτους από τον Κλεισθένη, η περιοχή παίρνει την επίσημη ονομασία Δήμος Πρασιών (ανήκε στην Πανδιονίδα φυλή). Οι Πρασιές έγιναν πασίγνωστες ως το λιμάνι απ’ όπου ξεκινούσε η Θεωρία. Οι Αθηναίοι έστελναν κάθε χρόνο επίσημη αποστολή με πλοίο στη Δήλο για να τιμήσουν τον Απόλλωνα. Πιστευόταν μάλιστα ότι εδώ βρισκόταν ο ναός του Απόλλωνα Πρασιέως. Σύμφωνα με την παράδοση, ο Ερυσίχθονας πέθανε κατά την επιστροφή του από τη Δήλο και ενταφιάστηκε στις Πρασιές. Ο τάφος του αποτελούσε τοπικό αξιοθέατο της αρχαιότητας. Κατά τον Χρεμωνίδειο Πόλεμο (3ος αι. π.Χ.), ο Αιγύπτιος ναύαρχος Πάτροκλος οχύρωσε τη χερσόνησο της Κορώνης. Τα ερείπια των τειχών και οι στρατώνες που βλέπουμε σήμερα εκεί μαρτυρούν την προσπάθεια των Πτολεμαίων να βοηθήσουν την Αθήνα ενάντια στους Μακεδόνες.
Ρωμαϊκή και Βυζαντινή Περίοδος
Κατά τη Ρωμαϊκή και τη Βυζαντινή περίοδο, το Πόρτο Ράφτη συνέχισε να αποτελεί έναν από τους πιο ζωντανούς και στρατηγικούς κόμβους της Αττικής, καθώς το φυσικό του λιμάνι ήταν απαραίτητο για τη σύνδεση της Αθήνας με το Αιγαίο και την Ανατολή. Στη ρωμαϊκή εποχή, η περιοχή των αρχαίων Πρασιών παρέμεινε σημαντικό θρησκευτικό και εμπορικό κέντρο. Εκείνη την εποχή τοποθετούνται στα νησάκια του κόλπου τα τεράστια μαρμάρινα αγάλματα που βλέπουμε μέχρι σήμερα.
Ο «Κολοσσός» του Πόρτο Ράφτη: Το πιο εμβληματικό εύρημα είναι το κολοσσιαίο μαρμάρινο άγαλμα στην κορυφή του νησιού «Ράφτης». Πρόκειται για ένα καθιστό άγαλμα ύψους περίπου 2,35 μέτρων πάνω σε βάση 2 μέτρων (συνολικό ύψος σχεδόν 4,5 μέτρα). Παρά τη λαϊκή ονομασία “Ράφτης”, οι αρχαιολόγοι πιστεύουν ότι απεικονίζει μια γυναίκα, πιθανώς τη θεά Τύχη, ή κάποιο μέλος της αυτοκρατορικής οικογένειας (π.χ. τη Ρήγιλλα, σύζυγο του Ηρώδη του Αττικού) κ.ά., αν και μέχρι σήμερα δεν έχει βρεθεί κάποιο επίσημο στοιχείο για την ταυτότητα του αγάλματος.
Λειτούργησε πιθανώς ως σημαντήρας ή φάρος, καθώς το λευκό πεντελικό μάρμαρο έλαμπε στον ήλιο και ήταν ορατό από μεγάλη απόσταση, καθοδηγώντας τα πλοία στο λιμάνι.
Στο γειτονικό μικρότερο νησί υπήρχε ένα δεύτερο, η «Ράφτρα». Παρόμοιο άγαλμα, το οποίο όμως σήμερα είναι σχεδόν κατεστραμμένο (αποκαλούμενο από τους ντόπιους ως η σύζυγος ή αδερφή του Ράφτη).
Κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, το Πόρτο Ράφτη γνώρισε μια νέα περίοδο μεγάλης ακμής, όπως μαρτυρούν οι ανασκαφές στη θέση Δρίβλα (ή Δρίβλια). Χτίζονται οι πρώτες παλαιοχριστιανικές βασιλικές (όπως στη Βραυρώνα και στο λιμάνι), ενώ τα βυζαντινά εκκλησάκια που είναι διάσπαρτα στον κάμπο του Μαρκοπούλου δείχνουν μια συνεχή αγροτική ζωή. Στην ευρύτερη περιοχή ανακαλύφθηκε μια επιβλητική τρίκλιτη παλαιοχριστιανική βασιλική του 5ου αιώνα όπου διέθετε βαπτιστήριο (με οκταγωνική κολυμβήθρα) και εντυπωσιακά ψηφιδωτά δάπεδα με γεωμετρικά σχέδια και παραστάσεις. Γύρω από τον ναό αναπτύχθηκε ένας οργανωμένος οικισμός με δημόσια κτίρια, λουτρά και εργαστήρια, γεγονός που δείχνει ότι το λιμάνι ήταν πλούσιο και πυκνοκατοικημένο.
Την ίδια περίοδο το διεθνές εμπόριο συνεχίζεται καθώς τα ευρήματα (νομίσματα από διάφορες περιοχές της αυτοκρατορίας, κεραμικά) επιβεβαιώνουν ότι το λιμάνι εξυπηρετούσε τη διακίνηση αγαθών προς την Κωνσταντινούπολη και τους Αγίους Τόπους. Αργότερα με την εμφάνιση των Σαρακηνών πειρατών στο Αιγαίο (ιδιαίτερα μετά την κατάληψη της Κρήτης τον 9ο αιώνα), οι παραθαλάσσιοι οικισμοί όπως αυτός της Δρίβλας έγιναν ευάλωτοι. Οι κάτοικοι άρχισαν να εγκαταλείπουν την ακτή και να μετακινούνται προς το εσωτερικό της πεδιάδας των Μεσογείων για ασφάλεια. Αυτή η μετακίνηση οδήγησε στη σταδιακή ενδυνάμωση του γειτονικού Μαρκοπούλου.
Στην ευρύτερη περιοχή σώζονται ερείπια βυζαντινών ναών, όπως η Αγία Κυριακή στη θέση “Μοναστηράκι”, που μαρτυρούν τη συνέχεια της λατρείας και της ζωής στην περιοχή παρά τις δυσκολίες.
Στους ρωμαϊκούς χρόνους το Πόρτο Ράφτη είναι ένα εμβληματικό λιμάνι-φάρος, ενώ στη βυζαντινή εποχή εξελίσσεται σε ένα πλούσιο χριστιανικό κέντρο προτού οι κίνδυνοι της θάλασσας αναγκάσουν τους κατοίκους να “γυρίσουν την πλάτη” στην ακτή και να στραφούν στην αγροτική ζωή της ενδοχώρας. Το τέλος της βυζαντινής περιόδου στην Αττική σημειώνεται το έτος 1205 με την κατάληψη της από τους Φράγκους.
Φραγκοκρατία (1205-1456 μ.χ.)
Η περίοδος της Φραγκοκρατίας στην Αττική ξεκινά αμέσως μετά την Δ’ Σταυροφορία (1204) και την κατάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Η περιοχή εντάχθηκε στο Δουκάτο των Αθηνών, το οποίο αρχικά κυβερνήθηκε από τον Γάλλο ευγενή Όθωνα ντε λα Ρος (De la Roche), στη συνέχεια πέρασε στα χέρια των Καταλανών (1311) και τέλος των Φλωρεντινών Ατσαγιόλι (Acciaioli), μέχρι την οθωμανική κατάκτηση. Για την περιοχή του Πόρτο Ράφτη (και ευρύτερα των Μεσογείων), η εποχή αυτή είχε έντονο στρατηγικό, αμυντικό αλλά και εμπορικό ενδιαφέρον. Κατά τη Φραγκοκρατία, ο Πειραιάς (Porto Leone) ήταν το κύριο λιμάνι του Δουκάτου, όμως βρισκόταν συχνά στο στόχαστρο πειρατών ή αποκλεισμένος από αντίπαλους στόλους (π.χ. των Βενετών). Το ασφαλές και φυσικά προστατευμένο λιμάνι του Πόρτο Ράφτη λειτουργούσε ως η ανατολική εναλλακτική πύλη της Αθήνας. Από εκεί διακινούνταν αγροτικά προϊόντα των Μεσογείων (σιτάρι, κρασί, λάδι), ενώ το χρησιμοποιούσαν συχνά περιηγητές, έμποροι και προσκυνητές που κατευθύνονταν προς τους Αγίους Τόπους. Το μεγαλύτερο πρόβλημα της περιοχής τότε ήταν η πειρατεία (από Γενουάτες, Βενετούς και αργότερα Τούρκους πειρατές). Για τον έλεγχο των ακτών και την έγκαιρη προειδοποίηση των εσωτερικών οικισμών (όπως το Μαρκόπουλο), οι Φράγκοι έχτισαν ένα δίκτυο από παρατηρητήρια (βίγλες) και οχυρούς πύργους οι οποίοι είναι ορατοί μέχρι σήμερα
Ο Πύργος της Βραυρώνας είναι ένας χαρακτηριστικός τετράγωνος φράγκικος πύργος (των Ντε λα Ρος) που δεσπόζει σε μικρό λόφο κοντά στον αρχαιολογικό χώρο. Χρησίμευε ως παρατηρητήριο τύπου φρυκτωρίας (άναβαν φωτιές για να ειδοποιήσουν την Αθήνα ή τα Μεσόγεια για επερχόμενο κίνδυνο). Ο Πύργος της Λιάδας (ή Ντάγλα) που βρίσκεται σε λόφο κοντά στο Πόρτο Ράφτη οικοδομήθηκε την ίδια εποχή με παρόμοια αμυντική λειτουργία. Η είσοδός του ήταν υπερυψωμένη (περίπου 1,60 μ. από το έδαφος) με κινητή σκάλα για ασφάλεια, ενώ πάνω από τη θύρα υπήρχε υποδοχή όπου πιθανότατα βρισκόταν το οικόσημο του Φράγκου φεουδάρχη.
Η περιοχή γύρω από το λιμάνι δεν είχε τη μορφή μεγάλου αστικού κέντρου, αλλά αποτελούνταν από μικρά αγροτικά και αλιευτικά χωριουδάκια (όπως η περιοχή της αρχαίας Στειρίας και των Πρασιών). Οι ντόπιοι Έλληνες (ορθόδοξοι) ήταν στην πλειονότητά τους δουλοπάροικοι ή ελεύθεροι καλλιεργητές που πλήρωναν βαρείς φόρους στον Φράγκο ευγενή (τιμαριούχο) της περιοχής. Παράλληλα, προς το τέλος αυτής της περιόδου (τέλη 14ου αιώνα), οι Φλωρεντινοί δούκες επέτρεψαν την εγκατάσταση Αρβανιτών στην Αττική και τα Μεσόγεια για να δημογραφηθεί ξανά η ύπαιθρος που είχε ερημώσει από τις επιδρομές, γεγονός που επηρέασε μόνιμα τη γλώσσα και τα έθιμα της περιοχής. Αυτή είναι η στιγμή που διαμορφώνεται η σύγχρονη ταυτότητα του Μαρκοπούλου. Κατά τη διάρκεια της Φραγκοκρατίας και της πρώιμης Τουρκοκρατίας, αρβανίτικοι πληθυσμοί εγκαθίστανται στα Μεσόγεια. Είναι σκληροτράχηλοι πολεμιστές και εξαιρετικοί γεωργοί. Ιδρύουν το Μαρκόπουλο (που πήρε το όνομά του από τον οικιστή Μάρκο) και αφοσιώνονται στην καλλιέργεια της αμπέλου. Η αρβανίτικη διάλεκτος και τα έθιμα ριζώνουν βαθιά.
Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, η περιοχή του Πόρτο Ράφτη (καθώς και ολόκληρη η περιοχή των Μεσογείων) είχε μια ιδιαίτερη οικονομική και γεωστρατηγική υπόσταση. Δεν υπήρχε ως αυτόνομος, μεγάλος οικισμός με τη σημερινή έννοια, αλλά λειτουργούσε ως το επίνειο (το λιμάνι) του Μαρκοπούλου και των γύρω χωριών. Η ζωή και η δραστηριότητα στην περιοχή καθορίστηκαν από τρεις βασικούς παράγοντες: το εμπόριο, τον φόβο της πειρατείας και την κάθοδο των Αρβανιτών. Ήδη από τους τελευταίους αιώνες του Βυζαντίου και την περίοδο της Φραγκοκρατίας, στα Μεσόγεια είχαν εγκατασταθεί αρβανίτικοι πληθυσμοί, οι οποίοι κατά την Τουρκοκρατία αποτελούσαν τον κύριο κορμό των κατοίκων της περιοχής. Διοικητικά, το Πόρτο Ράφτη και το Μαρκόπουλο ανήκαν στον Καζά (διοικητική περιφέρεια) της Αθήνας. Οι Οθωμανοί είχαν παραχωρήσει ένα καθεστώς σχετικής αυτοδιοίκησης στους δημογέροντες των Μεσογείων, καθώς η περιοχή ήταν πλούσια σε αγροτική παραγωγή και τα έσοδα από τους φόρους (όπως η δεκάτη) ήταν σημαντικά για την Υψηλή Πύλη. Παρά την οθωμανική κυριαρχία, το Πόρτο Ράφτη παρέμεινε ένα από τα πιο ενεργά φυσικά λιμάνια της ανατολικής Αττικής. Από εκεί φορτώνονταν σε καΐκια τα περίφημα προϊόντα της μεσογείτικης γης —κυρίως κρασί, μούστος, λάδι, σιτάρι και σύκα— με προορισμό τα νησιά του Αιγαίου, την Κρήτη, αλλά και τις αγορές της ίδιας της Κωνσταντινούπολης. Λόγω της γεωγραφικής του θέσης, ήταν το πλησιέστερο και ασφαλέστερο σημείο επικοινωνίας της ηπειρωτικής Αττικής με τις Κυκλάδες (κυρίως την Τζιά και την Άνδρο) και την Εύβοια.
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος κατά την Τουρκοκρατία δεν προερχόταν τόσο από τους ίδιους τους Τούρκους, όσο από τους πειρατές και τους κουρσάρους (Μουσουλμάνους, αλλά και Χριστιανούς από τη Δυτική Ευρώπη) που λυμαίνονταν το Αιγαίο. Εξαιτίας των συνεχών πειρατικών επιδρομών, η παραλιακή ζώνη του Πόρτο Ράφτη ήταν σχεδόν ακατοίκητη. Οι άνθρωποι δεν έχτιζαν τα σπίτια τους κοντά στη θάλασσα, καθώς αποτελούσαν εύκολο στόχο για λεηλασίες και απαγωγές (για σκλαβοπάζαρα). Οι Μεσογείτες κατέβαιναν στο Πόρτο Ράφτη μόνο κατά τη διάρκεια της ημέρας για να καλλιεργήσουν τα κτήματά τους, να ψαρέψουν ή να φορτώσουν τα εμπορεύματα, και το βράδυ επέστρεφαν για ασφάλεια στο εσωτερικό (στο Μαρκόπουλο ή στις παλιές οχυρές θέσεις όπως η Βραώνα).
Κατά τους τελευταίους αιώνες της Τουρκοκρατίας (17ο και 18ο αιώνα), το Πόρτο Ράφτη άρχισε να γίνεται γνωστό στην Ευρώπη μέσα από τα κείμενα ξένων περιηγητών (όπως οι Jacob Spon και George Wheler), οι οποίοι το επισκέπτονταν αναζητώντας αρχαιότητες. Οι περιηγητές αυτοί κατέγραψαν τον μύθο που επικρατούσε τότε ανάμεσα στους ντόπιους για το μεγάλο αρχαίο άγαλμα στο νησάκι του κόλπου. Οι κάτοικοι, μην ξέροντας ότι πρόκειται για ρωμαϊκό έργο, πίστευαν ότι απεικόνιζε έναν ράφτη που κρατούσε ένα χρυσό ψαλίδι στο χέρι. Από αυτή την παρανόησή των χρόνων της Τουρκοκρατίας, το λιμάνι επικράτησε να λέγεται «Πόρτο Ράφτη» (Λιμάνι του Ράφτη).
Στα τέλη του 18ου αιώνα, η περιοχή επηρεάστηκε από τη δράση του διαβόητου Χατζή Αλή Χασεκή, του τυραννικού Βοεβόδα (διοικητή) της Αθήνας. Ο Χασεκή επέβαλε δυσβάσταχτους φόρους και στους Μεσογείτες, γεγονός που ανάγκασε πολλούς κατοίκους να χρησιμοποιούν το λιμάνι του Πόρτο Ράφτη για να διαφεύγουν κρυφά προς τα νησιά, προκειμένου να γλιτώσουν από τη σκληρότητά του. Αυτή η καταπίεση συσπείρωσε τους ντόπιους, προετοιμάζοντας το έδαφος για τη δυναμική τους συμμετοχή στην Επανάσταση του 1821. Οι κάτοικοι συμμετέχουν ενεργά στον απελευθερωτικό αγώνα.
Από την Επανάσταση στον 20ό Αιώνα
Κατά τη διάρκεια του Αγώνα της Ανεξαρτησίας, το Πόρτο Ράφτη διαδραμάτισε καίριο ρόλο για την άμυνα και τις μετακινήσεις των επαναστατών στην Αττική, λόγω της θέσης του. Τον Νοέμβριο του 1823, ο οπλαρχηγός Οδυσσέας Ανδρούτσος οργάνωσε ένα μεγάλο στρατόπεδο περίπου 1.000 ανδρών στο Πόρτο Ράφτη. Στόχος του ήταν να ανακόψει και να αντιμετωπίσει τις οθωμανικές δυνάμεις που κατευθύνονταν προς την υπόλοιπη Αττική μέσω Εύβοιας. Στο στρατόπεδο αυτό συμμετείχαν μαζικά οι κάτοικοι των Μεσογείων (Μεσογείτες), οι οποίοι γνώριζαν άριστα την τοπογραφία της περιοχής. Το λιμάνι χρησιμοποιήθηκε καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου για τον ανεφοδιασμό των επαναστατημένων δυνάμεων της Αττικής και τη διαφυγή ή μετακίνηση πληθυσμών προς τα νησιά του Αιγαίου όταν οι πιέσεις των Τούρκων (όπως του Κιουταχή αργότερα) γίνονταν αφόρητες. Μετά την απελευθέρωση, το Μαρκόπουλο γίνεται το “κελάρι” της Αθήνας. Το κρασί μεταφέρεται με κάρα και αργότερα με τον σιδηρόδρομο (το θρυλικό «Θηρίο») στην πρωτεύουσα.
Μετά την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους, το Πόρτο Ράφτη παρέμεινε για δεκαετίες ένας σχεδόν παρθένος τόπος, στενά συνδεδεμένος με την αγροτική και κτηνοτροφική δραστηριότητα του Μαρκοπούλου. Το λιμάνι προσέλκυσε πολλούς Ευρωπαίους περιηγητές, οι οποίοι έφταναν για να θαυμάσουν τις αρχαιότητες. Το ενδιαφέρον επικεντρωνόταν στο εμβληματικό μεγάλο ρωμαϊκό άγαλμα (τον «Κολοσσό») που βρίσκεται στο νησάκι «Ράφτης» στην είσοδο του κόλπου, από το οποίο πήρε και το όνομά της η περιοχή. Η έλλειψη κρατικής προστασίας κατά τον 19ο αιώνα μετέτρεψε την περιοχή σε στόχο αρχαιοκαπήλων. Είναι γνωστό ότι στο διπλανό νησάκι, τη «Ραφτοπούλα», υπήρχε και δεύτερο άγαλμα, το οποίο φαίνεται πως κλάπηκε εκείνη την περίοδο από ξένους «αρχαιόφιλους» (μεταξύ των οποίων κατηγορήθηκε και ο Γάλλος πρόξενος Λουί Φωβέλ). Προς τα τέλη του 19ου αιώνα (δεκαετία του 1890), ο σπουδαίος Έλληνας αρχαιολόγος Βαλέριος Στάης ξεκίνησε τις πρώτες συστηματικές ανασκαφές στην περιοχή (όπως στον Μυκηναϊκό οικισμό στο Περάτι), φέρνοντας στο φως την πλούσια αρχαία ιστορία του τόπου.
Ο 20ός αιώνας έφερε τις πιο ριζικές αλλαγές στην περιοχή, χωρισμένος σε δύο μεγάλες φάσεις.
Κατά τη διάρκεια της Κατοχής στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, το Πόρτο Ράφτη έπαιξε έναν απροσδόκητα κρίσιμο ρόλο κυρίως ως πύλη διαφυγής για τις συμμαχικές δυνάμεις, αλλά και ως στρατηγικό σημείο ελέγχου για τους Γερμανούς κατακτητές. Στον λόφο δίπλα στην παραλία του Αγίου Σπυρίδωνα, οι Γερμανοί κατασκεύασαν εκτεταμένα οχυρωματικά έργα χρησιμοποιώντας καταναγκαστική εργασία των κατοίκων του Μαρκοπούλου. Ακόμα και σήμερα, αν επισκεφθείς τον λόφο, μπορείς να δεις τρία πολυβολεία από τσιμέντο (δύο προς τη θάλασσα και ένα προς την ξηρά), βάσεις πυροβόλων μεγάλου διαμετρήματος, χαρακώματα και ορύγματα που συνδέουν τις θέσεις μεταξύ τους και υπόγειες αποθήκες πυρομαχικών και καταφύγια.
Ντόπιοι φτωχοί ψαράδες, ρισκάροντας τη ζωή τους, βοήθησαν εκατοντάδες Έλληνες πατριώτες, αλλά και Βρετανούς, Νεοζηλανδούς και Αυστραλούς στρατιώτες των συμμαχικών δυνάμεων, να διαφύγουν με καΐκια προς τη Μέση Ανατολή, ώστε να συνεχίσουν τον αγώνα εναντίον του Άξονα. Όπως και στα περισσότερα παραθαλάσσια μέρη της Αττικής, οι Γερμανοί επέβαλαν σκληρά αντίποινα και περιορισμούς. Η αλιεία, που αποτελούσε βασική πηγή επιβίωσης για τους λιγοστούς μόνιμους κατοίκους, περιορίστηκε δραστικά , ωστόσο, το Πόρτο Ράφτη είχε το «προνόμιο» να βρίσκεται δίπλα στον κάμπο του Μαρκοπούλου. Οι Μεσογείτες κατάφεραν να επιβιώσουν από τον μεγάλο λιμό της Κατοχής καλύτερα από τους Αθηναίους, χάρη στην παραγωγή λαδιού, σιτηρών, κρασιού και σύκων. Μάλιστα, πολλοί πεινασμένοι Αθηναίοι έφταναν με κάθε μέσο (ακόμα και με τα πόδια) στην περιοχή για να ανταλλάξουν πολύτιμα αντικείμενα, ρούχα ή κοσμήματα με λίγα τρόφιμα από τους ντόπιους παραγωγούς (το γνωστό «σταυραδελφάτο» ή ανταλλακτικό εμπόριο). Όταν οι Γερμανοί άρχισαν να αποχωρούν από την Αττική τον Οκτώβριο του 1944, το Πόρτο Ράφτη ελευθερώθηκε μαζί με τα υπόλοιπα Μεσόγεια. Πολλά από τα καΐκια που είχαν διαφύγει στη Μέση Ανατολή επέστρεψαν θριαμβευτικά στο λιμάνι, φέρνοντας πίσω αξιωματικούς, πολεμιστές και εφόδια, έτοιμα να βοηθήσουν στην ανοικοδόμηση της πληγωμένης χώρας.
Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’50, η περιοχή διατηρούσε τον παραδοσιακό της χαρακτήρα. Υπήρχαν κυρίως πρόχειρες καλύβες και αγροικίες, όπου οι κάτοικοι του Μαρκοπούλου περνούσαν τους καλοκαιρινούς μήνες για να μαζέψουν τα σύκα και τα σταφύλια τους. Η ζωή ήταν απλή, χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα, με τον κόσμο να κοιμάται στις αυλές «κάτω από τα άστρα». Από τη δεκαετία του 1970 και μετά, το Πόρτο Ράφτη μπαίνει σε τροχιά ραγδαίας οικιστικής ανάπτυξης. Τα χωράφια μετατρέπονται σε οικόπεδα, χτίζονται οι πρώτες παραθεριστικές κατοικίες (βίλες και εξοχικά) των Αθηναίων, δημιουργούνται οργανωμένες παραλίες και η περιοχή αποκτά έντονη εμπορική κίνηση.
Προς τα τέλη του 20ού αιώνα, με τη βελτίωση του οδικού δικτύου και αργότερα τη λειτουργία του αεροδρομίου στα Σπάτα, η περιοχή άρχισε να χάνει τον αποκλειστικά παραθεριστικό της χαρακτήρα, καθώς χιλιάδες άνθρωποι την επέλεξαν πλέον ως τόπο μόνιμης κατοικίας, διατηρώντας ωστόσο τη φυσική ομορφιά του κόλπου της.
Ξεφυλλίζοντας την ιστορία της περιοχής από τη Νεολιθική περίοδο έως τις μέρες μας, διακρίνει κανείς ότι υπήρχε μια διαρκής προσπάθεια του ανθρώπου να εκμεταλλευτεί αυτόν τον ευλογημένο κόλπο και την εύφορη γη των Μεσογείων παρ΄όλες τις αντίξοες συνθήκες.
